βασιλεία


βασιλεία
царство, царская власть

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "βασιλεία" в других словарях:

  • βασιλεία — βασιλείᾱ , βασίλεια queen fem nom/voc/acc dual βασιλείᾱ , βασίλειος royal fem nom/voc/acc dual βασιλείᾱ , βασίλειος royal fem nom/voc sg (attic doric aeolic) βασιλείᾱ , βασιλεία kingdom fem nom/voc/acc dual βασιλείᾱ , βασιλεία kingdom fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλείᾳ — βασιλείᾱͅ , βασίλεια queen fem dat sg (attic doric aeolic) βασιλείᾱͅ , βασίλειος royal fem dat sg (attic doric aeolic) βασιλείᾱͅ , βασιλεία kingdom fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεία — η 1) царствование; 2) монархия; 3) королевская, царская власть; 4) царство, королевство; 5) господство; 6) βασιλεία των ουρανών царство небесное …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • βασίλεια — queen fem nom/voc sg βασίλειον kingly dwelling neut nom/voc/acc pl βασίλειος royal neut nom/voc/acc pl βασίλειος royal neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεία — (γερμ. Bâsel, γαλλ. Bâle). Πόλη (166.000 κάτ. το 2000) της Ελβετικής Ομοσπονδίας, πρωτεύουσα του ημικαντονίου Βασιλεία Πόλη (γερμ. Bâsel Stadt, γαλλ. Bâle Ville), το οποίο έχει έκταση μόλις 37 τ. χλμ. και 187.700 κατοίκους (2000). Είναι χτισμένη… …   Dictionary of Greek

  • βασιλεία — η 1. το αξίωμα του βασιλιά: Η βασιλεία είναι ισόβιο αξίωμα. 2. το πολίτευμα που έχει ανώτατο άρχοντα βασιλιά: Στις χώρες με βασιλεία ο βασιλιάς είναι ο ανώτατος άρχοντας. 3. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε το βασιλικό αξίωμα κάποιος: Επί… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βασίλεια — (γερμ. Bâsel, γαλλ. Bâle). Πόλη (166.000 κάτ. το 2000) της Ελβετικής Ομοσπονδίας, πρωτεύουσα του ημικαντονίου Βασιλεία Πόλη (γερμ. Bâsel Stadt, γαλλ. Bâle Ville), το οποίο έχει έκταση μόλις 37 τ. χλμ. και 187.700 κατοίκους (2000). Είναι χτισμένη… …   Dictionary of Greek

  • βασιλειᾷ — βασιλειάω aim at royalty pres subj mp 2nd sg βασιλειάω aim at royalty pres ind mp 2nd sg (epic) βασιλειάω aim at royalty pres subj act 3rd sg βασιλειάω aim at royalty pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασιλεία του Θεού — Das Reich Gottes (hebr. מלכות malchut, griech. Βασιλεία του Θεού basileia tou theou) ist ein Begriff aus dem Tanach, der hebräischen Bibel. Er bezeichnet als Königtum einen Wesenszug, als Königreich einen räumlich vorgestellten Herrschaftsbereich …   Deutsch Wikipedia

  • Στεφάνου, Βασιλεία — Ηθοποιός (1875 1943). Πρωτοεμφανίστηκε το 1897 και διακρίθηκε ως τραγωδός. Όταν ιδρύθηκε το Εθνικό θέατρο, (τότε Βασιλικό), προσλήφθηκε ως πρωταγωνίστρια. Οι αξιολογότερες ερμηνείες της ήταν στην τραγωδία Μερόπη του Δ. Βερναρδάκη και στο Όνειρο… …   Dictionary of Greek

  • βασιλείας — βασιλείᾱς , βασίλεια queen fem acc pl βασιλείᾱς , βασίλεια queen fem gen sg (attic doric aeolic) βασιλείᾱς , βασίλειος royal fem acc pl βασιλείᾱς , βασίλειος royal fem gen sg (attic doric aeolic) βασιλείᾱς , βασιλεία kingdom fem acc pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)